目に入る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 βλέπω, αντικρίζω, εμφανίζομαι, φαίνομαι, τυχαίνει να δω
Παραδείγματα
-
鳥が目に入った。
Είδα ένα πουλί.
-
公園で遊んでいる子供たちが目に入りました。
Μου φάνηκαν τα παιδιά που έπαιζαν στο πάρκο.
-
部屋の隅に置かれた古い写真がふと目に入り、昔の思い出が蘇りました。
Έπιασε το μάτι μου μια παλιά φωτογραφία στη γωνία του δωματίου κι αμέσως μου ήρθαν μνήμες από τα παλιά.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 目に入る
- Παρόν (ευγενικό)
- 目に入ります
- Άρνηση (απλή)
- 目に入らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 目に入りません
- Παρελθόν (απλό)
- 目に入った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 目に入りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 目に入らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 目に入りませんでした
- Τε-μορφή
- 目に入って
- Δυνητική
- 目に入れる
- Προστακτική
- 目に入れ
- Βουλητική
- 目に入ろう
- Υποθετική (ば)
- 目に入れば
- Υποθετική (たら)
- 目に入ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 目に入りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 目に入るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 目に入りなさい
- Παθητική
- 目に入られる
- Αιτιατική
- 目に入らせる