なみだがたまる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γεμίζουν τα μάτια κάποιου με δάκρυα, βουρκώνουν τα μάτια κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
目に涙がたまる
Παρόν (ευγενικό)
目に涙がたまります
Άρνηση (απλή)
目に涙がたまらない
Άρνηση (ευγενική)
目に涙がたまりません
Παρελθόν (απλό)
目に涙がたまった
Παρελθόν (ευγενικό)
目に涙がたまりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目に涙がたまらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目に涙がたまりませんでした
Τε-μορφή
目に涙がたまって
Δυνητική
目に涙がたまれる
Προστακτική
目に涙がたまれ
Βουλητική
目に涙がたまろう
Υποθετική (ば)
目に涙がたまれば