ものせる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός βάζω κάποιον στη θέση του, δείχνω σε κάποιον τι αξίζω, δίνω ένα καλό μάθημα σε κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
目に物見せる
Παρόν (ευγενικό)
目に物見せます
Άρνηση (απλή)
目に物見せない
Άρνηση (ευγενική)
目に物見せません
Παρελθόν (απλό)
目に物見せた
Παρελθόν (ευγενικό)
目に物見せました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目に物見せなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目に物見せませんでした
Τε-μορφή
目に物見せて
Δυνητική
目に物見せられる
Προστακτική
目に物見せろ
Βουλητική
目に物見せよう
Υποθετική (ば)
目に物見せれば