目に物言わす
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 δείχνω κάτι με τα μάτια, ρίχνω ένα νόημα με το βλέμμα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 目に物言わす
- Παρόν (ευγενικό)
- 目に物言わします
- Άρνηση (απλή)
- 目に物言わさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 目に物言わしません
- Παρελθόν (απλό)
- 目に物言わした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 目に物言わしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 目に物言わさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 目に物言わしませんでした
- Τε-μορφή
- 目に物言わして
- Δυνητική
- 目に物言わせる
- Προστακτική
- 目に物言わせ
- Βουλητική
- 目に物言わそう
- Υποθετική (ば)
- 目に物言わせば
- Υποθετική (たら)
- 目に物言わしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 目に物言わしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 目に物言わすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 目に物言わしなさい
- Παθητική
- 目に物言わされる
- Αιτιατική
- 目に物言わさせる