うえのたんこぶ

άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αγκάθι στο μάτι, εμπόδιο, άνθρωπος που στέκεται εμπόδιο (συχνά ανώτερος σε βαθμό, ικανότητα κ.λπ.), ανώτερος που περιορίζει την ελευθερία δράσης κάποιου