まえくらになる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χάνω την ελπίδα μου
  2. 02 βυθίζομαι στο σκοτάδι

Κλίση

Παρόν (απλό)
目の前が真っ暗になる
Παρόν (ευγενικό)
目の前が真っ暗になります
Άρνηση (απλή)
目の前が真っ暗にならない
Άρνηση (ευγενική)
目の前が真っ暗になりません
Παρελθόν (απλό)
目の前が真っ暗になった
Παρελθόν (ευγενικό)
目の前が真っ暗になりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目の前が真っ暗にならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目の前が真っ暗になりませんでした
Τε-μορφή
目の前が真っ暗になって
Δυνητική
目の前が真っ暗になれる
Προστακτική
目の前が真っ暗になれ
Βουλητική
目の前が真っ暗になろう
Υποθετική (ば)
目の前が真っ暗になれば