目まの当あたり

άλλο, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μπροστά στα μάτια μου, ενώπιον, από κοντά, προσωπικά, ιδίοις όμμασι

Παραδείγματα

  • 私わたしはそれを目の当たりまのあたりにしました。

    Το είδα με τα μάτια μου.

  • その事故じこが自分じぶんの目の当たりまのあたりで起おきたので、とても驚おどろきました。

    Επειδή το ατύχημα συνέβη μπροστά στα μάτια μου, σοκαρίστηκα πολύ.

  • 長年ながねん努力どりょくしてきた夢ゆめが現実げんじつとなる瞬間しゅんかんを目の当たりまのあたりにし、感動かんどうで胸むねが一杯いっぱいになりました。

    Βλέποντας μπροστά στα μάτια μου τη στιγμή που το όνειρο για το οποίο είχα κοπιάσει τόσα χρόνια γινόταν πραγματικότητα, πλημμύρισα συναισθήματα.