目の敵にする
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 βλέπω κάποιον σαν κόκκινο πανί, έχω κακία, μεταχειρίζομαι κάποιον σαν εχθρό, τρέφω διαρκή εχθρότητα, στοχοποιώ, έχω βάλει κάποιον στο μάτι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 目の敵にする
- Παρόν (ευγενικό)
- 目の敵にします
- Άρνηση (απλή)
- 目の敵にしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 目の敵にしません
- Παρελθόν (απλό)
- 目の敵にした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 目の敵にしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 目の敵にしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 目の敵にしませんでした
- Τε-μορφή
- 目の敵にして
- Δυνητική
- 目の敵にできる
- Προστακτική
- 目の敵にしろ
- Βουλητική
- 目の敵にしよう
- Υποθετική (ば)
- 目の敵にすれば
- Υποθετική (たら)
- 目の敵にしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 目の敵にしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 目の敵にするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 目の敵にしなさい
- Παθητική
- 目の敵にされる
- Αιτιατική
- 目の敵にさせる