かたきにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βλέπω κάποιον σαν κόκκινο πανί, έχω κακία, μεταχειρίζομαι κάποιον σαν εχθρό, τρέφω διαρκή εχθρότητα, στοχοποιώ, έχω βάλει κάποιον στο μάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
目の敵にする
Παρόν (ευγενικό)
目の敵にします
Άρνηση (απλή)
目の敵にしない
Άρνηση (ευγενική)
目の敵にしません
Παρελθόν (απλό)
目の敵にした
Παρελθόν (ευγενικό)
目の敵にしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目の敵にしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目の敵にしませんでした
Τε-μορφή
目の敵にして
Δυνητική
目の敵にできる
Προστακτική
目の敵にしろ
Βουλητική
目の敵にしよう
Υποθετική (ば)
目の敵にすれば