あら

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χοντρόκοκκος, τραχύς (για υφή ή κόκκωση)

Κλίση

Παρόν (απλό)
目の粗い
Παρόν (ευγενικό)
目の粗いです
Άρνηση (απλή)
目の粗くない
Άρνηση (ευγενική)
目の粗くないです
Παρελθόν (απλό)
目の粗かった
Παρελθόν (ευγενικό)
目の粗かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目の粗くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目の粗くなかったです
Τε-μορφή
目の粗くて
Υποθετική (ば)
目の粗ければ