いろえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός αναστατώνομαι, παραληρώ, γουρλώνω τα μάτια από ενθουσιασμό, αποκτώ άλλο βλέμμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
目の色を変える
Παρόν (ευγενικό)
目の色を変えます
Άρνηση (απλή)
目の色を変えない
Άρνηση (ευγενική)
目の色を変えません
Παρελθόν (απλό)
目の色を変えた
Παρελθόν (ευγενικό)
目の色を変えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目の色を変えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目の色を変えませんでした
Τε-μορφή
目の色を変えて
Δυνητική
目の色を変えられる
Προστακτική
目の色を変えろ
Βουλητική
目の色を変えよう
Υποθετική (ば)
目の色を変えれば