目まぐるしい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ιλιγγιώδης (ταχύτητα, αλλαγές κ.λπ.), ραγδαίος, δραστικός, μπερδεμένος, πολυτάραχος, πολυσύχναστος (π.χ. κόσμος)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 目まぐるしい
- Παρόν (ευγενικό)
- 目まぐるしいです
- Άρνηση (απλή)
- 目まぐるしくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 目まぐるしくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 目まぐるしかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 目まぐるしかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 目まぐるしくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 目まぐるしくなかったです
- Τε-μορφή
- 目まぐるしくて
- Υποθετική (ば)
- 目まぐるしければ
- Υποθετική (たら)
- 目まぐるしかったら