をくらます

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξαπατώ, τυφλώνω τα μάτια κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
目をくらます
Παρόν (ευγενικό)
目をくらまします
Άρνηση (απλή)
目をくらまさない
Άρνηση (ευγενική)
目をくらましません
Παρελθόν (απλό)
目をくらました
Παρελθόν (ευγενικό)
目をくらましました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目をくらまさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目をくらましませんでした
Τε-μορφή
目をくらまして
Δυνητική
目をくらませる
Προστακτική
目をくらませ
Βουλητική
目をくらまそう
Υποθετική (ば)
目をくらませば