をそらす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποστρέφω το βλέμμα μου, κοιτάζω αλλού
  2. 02 αποφεύγω να αντιμετωπίσω (π.χ. την πραγματικότητα)

Παραδείγματα

  • なんだかこわいから、をそらした

    Επειδή κάπως φοβήθηκα, απέστρεψα το βλέμμα μου.

  • 先生せんせい質問しつもんされたが、こたえられなくてついをそらしてしまった。

    Ο δάσκαλος με ρώτησε, αλλά επειδή δεν μπορούσα να απαντήσω, κοίταξα τελικά αλλού.

  • きびしい現実げんじつからをそらさずに、正面しょうめんからうべきだとおもいます。

    Πιστεύω ότι δεν πρέπει να αποφεύγουμε τη σκληρή πραγματικότητα, αλλά να την αντιμετωπίζουμε κατάματα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
目をそらす
Παρόν (ευγενικό)
目をそらします
Άρνηση (απλή)
目をそらさない
Άρνηση (ευγενική)
目をそらしません
Παρελθόν (απλό)
目をそらした
Παρελθόν (ευγενικό)
目をそらしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目をそらさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目をそらしませんでした
Τε-μορφή
目をそらして
Δυνητική
目をそらせる
Προστακτική
目をそらせ
Βουλητική
目をそらそう
Υποθετική (ば)
目をそらせば