目めを伏ふせる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χαμηλώνω το βλέμμα

Παραδείγματα

  • 彼かれは目めを伏ふせた。

    Αυτός χαμήλωσε το βλέμμα του.

  • 恥はずかしくて、彼女かのじょは目めを伏ふせた。

    Ντράπηκε και χαμήλωσε το βλέμμα της.

  • 真実しんじつを語かたることをためらい、彼女かのじょは静しずかに目めを伏ふせた。

    Δίστασε να πει την αλήθεια και χαμήλωσε ήσυχα το βλέμμα της.

Κλίση

Παρόν (απλό)
目を伏せる
Παρόν (ευγενικό)
目を伏せます
Άρνηση (απλή)
目を伏せない
Άρνηση (ευγενική)
目を伏せません
Παρελθόν (απλό)
目を伏せた
Παρελθόν (ευγενικό)
目を伏せました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目を伏せなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目を伏せませんでした
Τε-μορφή
目を伏せて
Δυνητική
目を伏せられる
Προστακτική
目を伏せろ
Βουλητική
目を伏せよう
Υποθετική (ば)
目を伏せれば