ける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στρέφω την προσοχή μου σε, εστιάζω σε

Παραδείγματα

  • けます

    Στρέφω την προσοχή μου στην εικόνα.

  • かれはいつもあたらしいことにけています。

    Αυτός πάντα εστιάζει σε νέα πράγματα.

  • 社会しゃかいかかえる問題もんだい積極的せっきょくてきけるべきだとかんがえます。

    Πιστεύω πως πρέπει να εστιάζουμε ενεργά στα προβλήματα που απασχολούν την κοινωνία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
目を向ける
Παρόν (ευγενικό)
目を向けます
Άρνηση (απλή)
目を向けない
Άρνηση (ευγενική)
目を向けません
Παρελθόν (απλό)
目を向けた
Παρελθόν (ευγενικό)
目を向けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目を向けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目を向けませんでした
Τε-μορφή
目を向けて
Δυνητική
目を向けられる
Προστακτική
目を向けろ
Βουλητική
目を向けよう
Υποθετική (ば)
目を向ければ