目を回す
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 λιποθυμώ, χάνω τις αισθήσεις μου
- 02 μένω άναυδος, εκπλήσσομαι
- 03 τρέχω και δεν φτάνω, έχω πολλή δουλειά
- 04 στριφογυρίζω τα μάτια μου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 目を回す
- Παρόν (ευγενικό)
- 目を回します
- Άρνηση (απλή)
- 目を回さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 目を回しません
- Παρελθόν (απλό)
- 目を回した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 目を回しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 目を回さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 目を回しませんでした
- Τε-μορφή
- 目を回して
- Δυνητική
- 目を回せる
- Προστακτική
- 目を回せ
- Βουλητική
- 目を回そう
- Υποθετική (ば)
- 目を回せば
- Υποθετική (たら)
- 目を回したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 目を回したい
- Απαγορευτική (~な)
- 目を回すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 目を回しなさい
- Παθητική
- 目を回される
- Αιτιατική
- 目を回させる