たのしませる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τερπω τον οφθαλμο, ευφραινω τα ματια, ικανοποιω την οραση, χορταινω τα ματια μου με κατι

Κλίση

Παρόν (απλό)
目を楽しませる
Παρόν (ευγενικό)
目を楽しませます
Άρνηση (απλή)
目を楽しませない
Άρνηση (ευγενική)
目を楽しませません
Παρελθόν (απλό)
目を楽しませた
Παρελθόν (ευγενικό)
目を楽しませました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目を楽しませなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目を楽しませませんでした
Τε-μορφή
目を楽しませて
Δυνητική
目を楽しませられる
Προστακτική
目を楽しませろ
Βουλητική
目を楽しませよう
Υποθετική (ば)
目を楽しませれば