目を盗む
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός ενεργώ εν αγνοία κάποιου, δρω κρυφά από κάποιον (π.χ. από τους γονείς κάποιου)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 目を盗む
- Παρόν (ευγενικό)
- 目を盗みます
- Άρνηση (απλή)
- 目を盗まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 目を盗みません
- Παρελθόν (απλό)
- 目を盗んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 目を盗みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 目を盗まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 目を盗みませんでした
- Τε-μορφή
- 目を盗んで
- Δυνητική
- 目を盗める
- Προστακτική
- 目を盗め
- Βουλητική
- 目を盗もう
- Υποθετική (ば)
- 目を盗めば
- Υποθετική (たら)
- 目を盗んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 目を盗みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 目を盗むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 目を盗みなさい
- Παθητική
- 目を盗まれる
- Αιτιατική
- 目を盗ませる