ほそくする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μισοκλείνω τα μάτια, ανοιγοκλείνω τα μάτια λόγω έντονου φωτός
  2. 02 χαμογελάω με όλο το πρόσωπο, χαμογελάω τρυφερά, κοιτάζω με στοργή

Κλίση

Παρόν (απλό)
目を細くする
Παρόν (ευγενικό)
目を細くします
Άρνηση (απλή)
目を細くしない
Άρνηση (ευγενική)
目を細くしません
Παρελθόν (απλό)
目を細くした
Παρελθόν (ευγενικό)
目を細くしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目を細くしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目を細くしませんでした
Τε-μορφή
目を細くして
Δυνητική
目を細くできる
Προστακτική
目を細くしろ
Βουλητική
目を細くしよう
Υποθετική (ば)
目を細くすれば