目めを見み張はる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανοίγω διάπλατα τα μάτια (από κατάπληξη, θαυμασμό κ.λπ.), μένω με ανοιχτά τα μάτια, εκπλήσσομαι

Παραδείγματα

  • 目めを見張みはる。

    Ανοίγω διάπλατα τα μάτια μου.

  • 美うつくしい景色けしきに目めを見張みはった。

    Έμεινα με ανοιχτά τα μάτια από το όμορφο τοπίο.

  • 予想よそうをはるかに超こえる壮大そうだいさに、誰だれもが目めを見張みはったに違ちがいない。

    Είμαι σίγουρος ότι όλοι έμειναν έκπληκτοι από το μεγαλείο που ξεπέρασε κατά πολύ τις προσδοκίες.

Κλίση

Παρόν (απλό)
目を見張る
Παρόν (ευγενικό)
目を見張ります
Άρνηση (απλή)
目を見張らない
Άρνηση (ευγενική)
目を見張りません
Παρελθόν (απλό)
目を見張った
Παρελθόν (ευγενικό)
目を見張りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目を見張らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目を見張りませんでした
Τε-μορφή
目を見張って
Δυνητική
目を見張れる
Προστακτική
目を見張れ
Βουλητική
目を見張ろう
Υποθετική (ば)
目を見張れば