目めを閉とじる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κλείνω τα μάτια μου, χαμηλώνω τα βλέφαρά μου
  2. 02 πεθαίνω, ξεψυχώ

Παραδείγματα

  • 寝ねる前まえに、目めを閉とじます。

    Κλείνω τα μάτια μου πριν κοιμηθώ.

  • 音楽おんがくを聞ききながら、静しずかに目めを閉とじました。

    Άκουγα μουσική και έκλεισα ήσυχα τα μάτια μου.

  • 過去かこの辛つらい出来事できごとに目めを閉とじたくなる気持きもちは分わかりますが、現実げんじつから逃にげないことが大切たいせつです。

    Καταλαβαίνω την επιθυμία να κλείνεις τα μάτια σου στα δυσάρεστα γεγονότα του παρελθόντος, αλλά είναι σημαντικό να μην αποφεύγεις την πραγματικότητα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
目を閉じる
Παρόν (ευγενικό)
目を閉じます
Άρνηση (απλή)
目を閉じない
Άρνηση (ευγενική)
目を閉じません
Παρελθόν (απλό)
目を閉じた
Παρελθόν (ευγενικό)
目を閉じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目を閉じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目を閉じませんでした
Τε-μορφή
目を閉じて
Δυνητική
目を閉じられる
Προστακτική
目を閉じろ
Βουλητική
目を閉じよう
Υποθετική (ば)
目を閉じれば