がつく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαφαίνεται προοπτική (π.χ. επίλυση), έχω ξεκάθαρη ιδέα, έχω ευοίωνες προοπτικές

Κλίση

Παρόν (απλό)
目処がつく
Παρόν (ευγενικό)
目処がつきます
Άρνηση (απλή)
目処がつかない
Άρνηση (ευγενική)
目処がつきません
Παρελθόν (απλό)
目処がついた
Παρελθόν (ευγενικό)
目処がつきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目処がつかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目処がつきませんでした
Τε-μορφή
目処がついて
Δυνητική
目処がつける
Προστακτική
目処がつけ
Βουλητική
目処がつこう
Υποθετική (ば)
目処がつけば