άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαφαίνεται προοπτική επιτυχίας, υπάρχει ελπίδα για την επίτευξη κάποιου στόχου

Κλίση

Παρόν (απλό)
目処が立つ
Παρόν (ευγενικό)
目処が立ちます
Άρνηση (απλή)
目処が立たない
Άρνηση (ευγενική)
目処が立ちません
Παρελθόν (απλό)
目処が立った
Παρελθόν (ευγενικό)
目処が立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目処が立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目処が立ちませんでした
Τε-μορφή
目処が立って
Δυνητική
目処が立てる
Προστακτική
目処が立て
Βουλητική
目処が立とう
Υποθετική (ば)
目処が立てば