目出度い
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ευτυχισμένος, ευοίωνος, τυχερός, χαρμόσυνος
- 02 αφελής
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 目出度い
- Παρόν (ευγενικό)
- 目出度いです
- Άρνηση (απλή)
- 目出度くない
- Άρνηση (ευγενική)
- 目出度くないです
- Παρελθόν (απλό)
- 目出度かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 目出度かったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 目出度くなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 目出度くなかったです
- Τε-μορφή
- 目出度くて
- Υποθετική (ば)
- 目出度ければ
- Υποθετική (たら)
- 目出度かったら