目合ひまぐわい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αρχαϊκό σεξουαλική επαφή, συνουσία
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα αρχαϊκό επικοινωνία αγάπης μέσω οπτικής επαφής, ανταλλαγή βλεμμάτων

Κλίση

Παρόν (απλό)
目合ひする
Παρόν (ευγενικό)
目合ひします
Άρνηση (απλή)
目合ひしない
Άρνηση (ευγενική)
目合ひしません
Παρελθόν (απλό)
目合ひした
Παρελθόν (ευγενικό)
目合ひしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目合ひしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目合ひしませんでした
Τε-μορφή
目合ひして
Δυνητική
目合ひできる
Προστακτική
目合ひしろ
Βουλητική
目合ひしよう
Υποθετική (ば)
目合ひすれば