ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στοκάρισμα ξύλου, στόκος, πλήρωση πόρων
  2. 02 βράσιμο (αχρησιμοποίητου πήλινου σκεύους) σε νερό με ρύζι ή αλεύρι (για να κλείσουν οι μικρές οπές)

Κλίση

Παρόν (απλό)
目止めする
Παρόν (ευγενικό)
目止めします
Άρνηση (απλή)
目止めしない
Άρνηση (ευγενική)
目止めしません
Παρελθόν (απλό)
目止めした
Παρελθόν (ευγενικό)
目止めしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目止めしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目止めしませんでした
Τε-μορφή
目止めして
Δυνητική
目止めできる
Προστακτική
目止めしろ
Βουλητική
目止めしよう
Υποθετική (ば)
目止めすれば