目深にかぶる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κατεβάζω ως τα μάτια (π.χ. καπέλο), φοράω κατεβασμένο ως τα μάτια
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 目深にかぶる
- Παρόν (ευγενικό)
- 目深にかぶります
- Άρνηση (απλή)
- 目深にかぶらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 目深にかぶりません
- Παρελθόν (απλό)
- 目深にかぶった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 目深にかぶりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 目深にかぶらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 目深にかぶりませんでした
- Τε-μορφή
- 目深にかぶって
- Δυνητική
- 目深にかぶれる
- Προστακτική
- 目深にかぶれ
- Βουλητική
- 目深にかぶろう
- Υποθετική (ば)
- 目深にかぶれば
- Υποθετική (たら)
- 目深にかぶったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 目深にかぶりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 目深にかぶるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 目深にかぶりなさい
- Παθητική
- 目深にかぶられる
- Αιτιατική
- 目深にかぶらせる