ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απώλεια (βάρους ή όγκου, π.χ. κατά τη μεταφορά), φύρα
  2. 02 μείωση (αξίας), υποτίμηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
目減りする
Παρόν (ευγενικό)
目減りします
Άρνηση (απλή)
目減りしない
Άρνηση (ευγενική)
目減りしません
Παρελθόν (απλό)
目減りした
Παρελθόν (ευγενικό)
目減りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目減りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目減りしませんでした
Τε-μορφή
目減りして
Δυνητική
目減りできる
Προστακτική
目減りしろ
Βουλητική
目減りしよう
Υποθετική (ば)
目減りすれば