目め立だつ

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είμαι εμφανής, ξεχωρίζω, διακρίνομαι

Παραδείγματα

  • あの人ひとはとても目立めだちます。

    Αυτός ο άνθρωπος ξεχωρίζει πολύ.

  • 赤あかい服ふくを着きると、人混ひとごみの中でも目立めだちます。

    Αν φορέσεις κόκκινα ρούχα, ξεχωρίζεις ακόμα και μέσα στο πλήθος.

  • 彼女かのじょは新入社員しんにゅうしゃいんながら、その積極的せっきょくてきな姿勢しせいと斬新ざんしんなアイデアで周まわりからひときわ目立めだっていた。

    Παρόλο που ήταν νέα υπάλληλος, με την ενεργητική της στάση και τις καινοτόμες ιδέες της ξεχώριζε ιδιαίτερα από τους γύρω της.

Κλίση

Παρόν (απλό)
目立つ
Παρόν (ευγενικό)
目立ちます
Άρνηση (απλή)
目立たない
Άρνηση (ευγενική)
目立ちません
Παρελθόν (απλό)
目立った
Παρελθόν (ευγενικό)
目立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目立ちませんでした
Τε-μορφή
目立って
Δυνητική
目立てる
Προστακτική
目立て
Βουλητική
目立とう
Υποθετική (ば)
目立てば