もくさん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πρόχειρη εκτίμηση, πρόχειρος υπολογισμός
  2. 02 προσδοκία, πρόβλεψη, σχέδιο

Κλίση

Παρόν (απλό)
目算する
Παρόν (ευγενικό)
目算します
Άρνηση (απλή)
目算しない
Άρνηση (ευγενική)
目算しません
Παρελθόν (απλό)
目算した
Παρελθόν (ευγενικό)
目算しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目算しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目算しませんでした
Τε-μορφή
目算して
Δυνητική
目算できる
Προστακτική
目算しろ
Βουλητική
目算しよう
Υποθετική (ば)
目算すれば