ます

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξυπνώ (κάποιον), αφυπνίζω
  2. 02 διεγείρω (συναισθήματα, ένστικτα κ.λπ.), αφυπνίζω, παρακινώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
目覚ます
Παρόν (ευγενικό)
目覚まします
Άρνηση (απλή)
目覚まさない
Άρνηση (ευγενική)
目覚ましません
Παρελθόν (απλό)
目覚ました
Παρελθόν (ευγενικό)
目覚ましました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目覚まさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目覚ましませんでした
Τε-μορφή
目覚まして
Δυνητική
目覚ませる
Προστακτική
目覚ませ
Βουλητική
目覚まそう
Υποθετική (ば)
目覚ませば