目配せ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σήμα με τα μάτια, ανταλλαγή βλεμμάτων, κλείσιμο του ματιού
Παραδείγματα
-
目配せをする。
Κάνω ένα νεύμα με τα μάτια.
-
彼と目配せをして、言いたいことを伝えた。
Αντάλλαξα ένα βλέμμα μαζί του και του μετέφερα αυτό που ήθελα να πω.
-
皆に気付かれないように、彼女にそっと目配せをして、会議室を出るよう促した。
Της έκανα ένα διακριτικό νεύμα με τα μάτια, χωρίς να το καταλάβουν οι άλλοι, για να της υποδείξω να βγει από την αίθουσα συνεδριάσεων.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 目配せする
- Παρόν (ευγενικό)
- 目配せします
- Άρνηση (απλή)
- 目配せしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 目配せしません
- Παρελθόν (απλό)
- 目配せした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 目配せしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 目配せしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 目配せしませんでした
- Τε-μορφή
- 目配せして
- Δυνητική
- 目配せできる
- Προστακτική
- 目配せしろ
- Βουλητική
- 目配せしよう
- Υποθετική (ば)
- 目配せすれば
- Υποθετική (たら)
- 目配せしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 目配せしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 目配せするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 目配せしなさい
- Παθητική
- 目配せされる
- Αιτιατική
- 目配せさせる