かく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντικείμενο που καλύπτει τα μάτια, επίδεσμος ματιών, παρωπίδες
  2. 02 κάλυψη της πρόσοψης ενός σπιτιού ώστε να μην είναι ορατό το εσωτερικό του από έξω

Κλίση

Παρόν (απλό)
目隠しする
Παρόν (ευγενικό)
目隠しします
Άρνηση (απλή)
目隠ししない
Άρνηση (ευγενική)
目隠ししません
Παρελθόν (απλό)
目隠しした
Παρελθόν (ευγενικό)
目隠ししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目隠ししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目隠ししませんでした
Τε-μορφή
目隠しして
Δυνητική
目隠しできる
Προστακτική
目隠ししろ
Βουλητική
目隠ししよう
Υποθετική (ば)
目隠しすれば