はな

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ολοκληρώνω το μεγαλύτερο μέρος κάποιου πράγματος, παίρνω συγκεκριμένη μορφή, διεκπεραιώνω τα σημαντικότερα κομμάτια, σχηματίζονται τα μάτια και η μύτη (μεταφορικά: αρχίζει να ξεκαθαρίζει η εικόνα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
目鼻が付く
Παρόν (ευγενικό)
目鼻が付きます
Άρνηση (απλή)
目鼻が付かない
Άρνηση (ευγενική)
目鼻が付きません
Παρελθόν (απλό)
目鼻が付いた
Παρελθόν (ευγενικό)
目鼻が付きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目鼻が付かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目鼻が付きませんでした
Τε-μορφή
目鼻が付いて
Δυνητική
目鼻が付ける
Προστακτική
目鼻が付け
Βουλητική
目鼻が付こう
Υποθετική (ば)
目鼻が付けば