めしいる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό τυφλώνομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
盲いる
Παρόν (ευγενικό)
盲います
Άρνηση (απλή)
盲いない
Άρνηση (ευγενική)
盲いません
Παρελθόν (απλό)
盲いた
Παρελθόν (ευγενικό)
盲いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
盲いなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
盲いませんでした
Τε-μορφή
盲いて
Δυνητική
盲いられる
Προστακτική
盲いろ
Βουλητική
盲いよう
Υποθετική (ば)
盲いれば