盲いる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αρχαϊκό τυφλώνομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 盲いる
- Παρόν (ευγενικό)
- 盲います
- Άρνηση (απλή)
- 盲いない
- Άρνηση (ευγενική)
- 盲いません
- Παρελθόν (απλό)
- 盲いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 盲いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 盲いなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 盲いませんでした
- Τε-μορφή
- 盲いて
- Δυνητική
- 盲いられる
- Προστακτική
- 盲いろ
- Βουλητική
- 盲いよう
- Υποθετική (ば)
- 盲いれば
- Υποθετική (たら)
- 盲いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 盲いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 盲いるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 盲いなさい
- Παθητική
- 盲いられる
- Αιτιατική
- 盲いさせる