もうじんもうじんみちび

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παροιμία τυφλός που οδηγεί τυφλό, αν τυφλός οδηγεί τυφλό, θα πέσουν και οι δύο στον λάκκο

Κλίση

Παρόν (απλό)
盲人が盲人を導く
Παρόν (ευγενικό)
盲人が盲人を導きます
Άρνηση (απλή)
盲人が盲人を導かない
Άρνηση (ευγενική)
盲人が盲人を導きません
Παρελθόν (απλό)
盲人が盲人を導いた
Παρελθόν (ευγενικό)
盲人が盲人を導きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
盲人が盲人を導かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
盲人が盲人を導きませんでした
Τε-μορφή
盲人が盲人を導いて
Δυνητική
盲人が盲人を導ける
Προστακτική
盲人が盲人を導け
Βουλητική
盲人が盲人を導こう
Υποθετική (ば)
盲人が盲人を導けば