もうしん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τυφλή αποδοχή, τυφλή πίστη, ευπιστία

Κλίση

Παρόν (απλό)
盲信する
Παρόν (ευγενικό)
盲信します
Άρνηση (απλή)
盲信しない
Άρνηση (ευγενική)
盲信しません
Παρελθόν (απλό)
盲信した
Παρελθόν (ευγενικό)
盲信しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
盲信しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
盲信しませんでした
Τε-μορφή
盲信して
Δυνητική
盲信できる
Προστακτική
盲信しろ
Βουλητική
盲信しよう
Υποθετική (ば)
盲信すれば