もうじゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τυφλή υπακοή

Κλίση

Παρόν (απλό)
盲従する
Παρόν (ευγενικό)
盲従します
Άρνηση (απλή)
盲従しない
Άρνηση (ευγενική)
盲従しません
Παρελθόν (απλό)
盲従した
Παρελθόν (ευγενικό)
盲従しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
盲従しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
盲従しませんでした
Τε-μορφή
盲従して
Δυνητική
盲従できる
Προστακτική
盲従しろ
Βουλητική
盲従しよう
Υποθετική (ば)
盲従すれば