なお

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιδιορθώνομαι, επισκευάζομαι, φτιάχνομαι
  2. 02 επανέρχομαι στο φυσιολογικό, αναρρώνω (π.χ. από θυμό), αποκαθίσταμαι, βελτιώνομαι, ανακάμπτω, στρώνω
  3. 03 διορθώνομαι, αποκαθίσταμαι, εξορθολογίζομαι
  4. 04 τακτοποιούμαι, θεραπεύομαι, γιατρεύομαι
  5. 05 κάθομαι σωστά
  6. 06 προάγομαι, ανελίσσομαι
  7. 07 συγχωρούμαι για τα εγκλήματά μου

Παραδείγματα

  • 故障こしょうしたパソコンがなお

    Ο χαλασμένος υπολογιστής φτιάχνεται.

  • ねつなおった、またみんなであそびましょう。

    Μόλις πέσει ο πυρετός σου, ας παίξουμε πάλι όλοι μαζί.

  • 長年ながねん努力どりょくによって、かれ悪癖あくへきはついになおったいた。

    Άκουσα ότι χάρη σε πολυετή προσπάθεια, το κακό του συνήθειο επιτέλους διορθώθηκε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
直る
Παρόν (ευγενικό)
直ります
Άρνηση (απλή)
直らない
Άρνηση (ευγενική)
直りません
Παρελθόν (απλό)
直った
Παρελθόν (ευγενικό)
直りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
直らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
直りませんでした
Τε-μορφή
直って
Δυνητική
直れる
Προστακτική
直れ
Βουλητική
直ろう
Υποθετική (ば)
直れば