ちょくしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ευθεία εκτόξευση, κατακόρυφη ανάπτυξη προς τα κάτω

Κλίση

Παρόν (απλό)
直出する
Παρόν (ευγενικό)
直出します
Άρνηση (απλή)
直出しない
Άρνηση (ευγενική)
直出しません
Παρελθόν (απλό)
直出した
Παρελθόν (ευγενικό)
直出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
直出しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
直出しませんでした
Τε-μορφή
直出して
Δυνητική
直出できる
Προστακτική
直出しろ
Βουλητική
直出しよう
Υποθετική (ば)
直出すれば