ちょくふんしゃ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άμεσος ψεκασμός καυσίμου

Κλίση

Παρόν (απλό)
直噴射する
Παρόν (ευγενικό)
直噴射します
Άρνηση (απλή)
直噴射しない
Άρνηση (ευγενική)
直噴射しません
Παρελθόν (απλό)
直噴射した
Παρελθόν (ευγενικό)
直噴射しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
直噴射しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
直噴射しませんでした
Τε-μορφή
直噴射して
Δυνητική
直噴射できる
Προστακτική
直噴射しろ
Βουλητική
直噴射しよう
Υποθετική (ば)
直噴射すれば