直答
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 άμεση απάντηση, ακαριαία απόκριση
- 02 ευθεία απάντηση, προσωπική ανταπόκριση, απάντηση διά ζώσης
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 直答する
- Παρόν (ευγενικό)
- 直答します
- Άρνηση (απλή)
- 直答しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 直答しません
- Παρελθόν (απλό)
- 直答した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 直答しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 直答しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 直答しませんでした
- Τε-μορφή
- 直答して
- Δυνητική
- 直答できる
- Προστακτική
- 直答しろ
- Βουλητική
- 直答しよう
- Υποθετική (ば)
- 直答すれば
- Υποθετική (たら)
- 直答したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 直答したい
- Απαγορευτική (~な)
- 直答するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 直答しなさい
- Παθητική
- 直答される
- Αιτιατική
- 直答させる