直視
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κοιτάζω κατάματα κάτι, κοιτάζω κάποιον στα μάτια
Παραδείγματα
-
問題を直視します。
Αντιμετωπίζω το πρόβλημα κατάματα.
-
彼は自分の失敗を直視するべきだ。
Θα έπρεπε να κοιτάξει κατάματα τις αποτυχίες του.
-
厳しい現実から逃げずに、直視する勇気を持つことが大切です。
Είναι σημαντικό να έχουμε το θάρρος να αντιμετωπίζουμε κατάματα τη σκληρή πραγματικότητα αντί να την αποφεύγουμε.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 直視する
- Παρόν (ευγενικό)
- 直視します
- Άρνηση (απλή)
- 直視しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 直視しません
- Παρελθόν (απλό)
- 直視した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 直視しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 直視しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 直視しませんでした
- Τε-μορφή
- 直視して
- Δυνητική
- 直視できる
- Προστακτική
- 直視しろ
- Βουλητική
- 直視しよう
- Υποθετική (ば)
- 直視すれば
- Υποθετική (たら)
- 直視したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 直視したい
- Απαγορευτική (~な)
- 直視するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 直視しなさい
- Παθητική
- 直視される
- Αιτιατική
- 直視させる