ちょくげんちょくひつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μιλάω και γράφω ευθέως (ειλικρινά), μιλάω και γράφω χωρίς επιφυλάξεις

Κλίση

Παρόν (απλό)
直言直筆する
Παρόν (ευγενικό)
直言直筆します
Άρνηση (απλή)
直言直筆しない
Άρνηση (ευγενική)
直言直筆しません
Παρελθόν (απλό)
直言直筆した
Παρελθόν (ευγενικό)
直言直筆しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
直言直筆しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
直言直筆しませんでした
Τε-μορφή
直言直筆して
Δυνητική
直言直筆できる
Προστακτική
直言直筆しろ
Βουλητική
直言直筆しよう
Υποθετική (ば)
直言直筆すれば