直訳
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κατά λέξη μετάφραση, πιστή μετάφραση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 直訳する
- Παρόν (ευγενικό)
- 直訳します
- Άρνηση (απλή)
- 直訳しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 直訳しません
- Παρελθόν (απλό)
- 直訳した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 直訳しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 直訳しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 直訳しませんでした
- Τε-μορφή
- 直訳して
- Δυνητική
- 直訳できる
- Προστακτική
- 直訳しろ
- Βουλητική
- 直訳しよう
- Υποθετική (ば)
- 直訳すれば
- Υποθετική (たら)
- 直訳したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 直訳したい
- Απαγορευτική (~な)
- 直訳するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 直訳しなさい
- Παθητική
- 直訳される
- Αιτιατική
- 直訳させる