直読
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανάγνωση κινεζικού κειμένου με τη σειρά των χαρακτήρων χωρίς συντακτική αναδιάταξη για την προσαρμογή του στα ιαπωνικά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 直読する
- Παρόν (ευγενικό)
- 直読します
- Άρνηση (απλή)
- 直読しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 直読しません
- Παρελθόν (απλό)
- 直読した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 直読しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 直読しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 直読しませんでした
- Τε-μορφή
- 直読して
- Δυνητική
- 直読できる
- Προστακτική
- 直読しろ
- Βουλητική
- 直読しよう
- Υποθετική (ば)
- 直読すれば
- Υποθετική (たら)
- 直読したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 直読したい
- Απαγορευτική (~な)
- 直読するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 直読しなさい
- Παθητική
- 直読される
- Αιτιατική
- 直読させる