ちょくおん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο αποπαλατισμός (για παράδειγμα, η παράλειψη μικρού κάνα κατά τη μεταφορά ξένων λέξεων στην ιαπωνική γλώσσα), αποπαλατισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
直音化する
Παρόν (ευγενικό)
直音化します
Άρνηση (απλή)
直音化しない
Άρνηση (ευγενική)
直音化しません
Παρελθόν (απλό)
直音化した
Παρελθόν (ευγενικό)
直音化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
直音化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
直音化しませんでした
Τε-μορφή
直音化して
Δυνητική
直音化できる
Προστακτική
直音化しろ
Βουλητική
直音化しよう
Υποθετική (ば)
直音化すれば