あい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνεπιβαίνω, μοιράζομαι ένα όχημα (ταξί κ.λπ.), ridesharing
  2. 02 συνεργάζομαι, δρω από κοινού
  3. 03 υποστήριξη του ίδιου υποψηφίου από διαφορετικά πολιτικά κόμματα

Κλίση

Παρόν (απλό)
相乗りする
Παρόν (ευγενικό)
相乗りします
Άρνηση (απλή)
相乗りしない
Άρνηση (ευγενική)
相乗りしません
Παρελθόν (απλό)
相乗りした
Παρελθόν (ευγενικό)
相乗りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
相乗りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
相乗りしませんでした
Τε-μορφή
相乗りして
Δυνητική
相乗りできる
Προστακτική
相乗りしろ
Βουλητική
相乗りしよう
Υποθετική (ば)
相乗りすれば