あい

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνοδεύω κάποιον, παίρνω κάποιον μαζί μου
  2. 02 παντρεύομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
相具す
Παρόν (ευγενικό)
相具します
Άρνηση (απλή)
相具さない
Άρνηση (ευγενική)
相具しません
Παρελθόν (απλό)
相具した
Παρελθόν (ευγενικό)
相具しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
相具さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
相具しませんでした
Τε-μορφή
相具して
Δυνητική
相具せる
Προστακτική
相具せ
Βουλητική
相具そう
Υποθετική (ば)
相具せば