あいかる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γίνομαι κατανοητός, αντιλαμβάνομαι, εννοούμαι
  2. 02 γίνομαι ξεκάθαρος, γίνομαι γνωστός, ανακαλύπτομαι, συνειδητοποιούμαι, διαπιστώνομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
相分かる
Παρόν (ευγενικό)
相分かります
Άρνηση (απλή)
相分からない
Άρνηση (ευγενική)
相分かりません
Παρελθόν (απλό)
相分かった
Παρελθόν (ευγενικό)
相分かりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
相分からなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
相分かりませんでした
Τε-μορφή
相分かって
Δυνητική
相分かれる
Προστακτική
相分かれ
Βουλητική
相分かろう
Υποθετική (ば)
相分かれば